Στυλιανός Μπέλλος 
Επίσημη
Ιστοσελίδα

Συνηθίζεται να αναφέρεται συχνά η λέξη «εργάτης» και «υπηρέτης» ενός μουσικού είδους για την προσφορά κάποιου καλλιτέχνη στον χώρο του.

Ο λόγος για τον Στυλιανό Μπέλλο, έναν από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους του ηπειρώτικου τραγουδιού, αλλά και της παραδοσιακής μουσικής γενικότερα, αφού πραγματικά έχει προσφέρει όλη του τη ζωή, τη γνώση και την ψυχή σε αυτό που μέσα του σχηματίστηκε ως ιδεώδες και καθήκον από μικρό παιδί: η διαφύλαξη και διάδοση της γνήσιας παραδοσιακής μουσικής. Γεννημένος στην καρδιά της Ηπείρου, στο χωριό Σέλλιανη (Κρυσταλλοπηγή το σημερινό της όνομα) Παραμυθιάς-Θεσπρωτίας, και μεγαλωμένος σε περιβάλλον με πλούσια έθιμα, ο Μπέλλος έκανε κτήμα του αυτό το βίωμα και τιμώντας το χάρισμα της γλυκόλαλης φωνής του (μνημονεύεται ως από τους πλέον ιδιαίτερους τραγουδιστές του είδους, με πάνω από 300 τραγούδια προσωπική καταγραφή στη δισκογραφία) εκπροσώπησε στο υψηλότερο επίπεδο τη μουσική παράδοση της πατρίδας του και δίδαξε σε γενιές ολόκληρες τις αξίες της. Κι αυτό διότι ο Στυλιανός Μπέλλος, μια πολυδιάστατη προσωπικότητα, μετέδωσε το παραδοσιακό μέλος και τα ήθη του σε δεκάδες πόλεις του εξωτερικού, από το μετερίζι του καθηγητή. Ας απολαύσουμε τη διήγηση του ιδίου…

«Από μικρός γαλουχήθηκα από την οικογένειά μου ώστε να αγαπήσω με πάθος το δημοτικό τραγούδι. Στο χωριό μου, τη Σέλλιανη Θεσπρωτίας, με πήγαιναν στις εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής κι έτσι είχα τη δυνατότητα να ακούω από τους μεγαλύτερους τα δημοτικά μας τραγούδια στην πρωταρχική τους μορφή. Γνήσια κι ανόθευτα, με αποτέλεσμα να εμποτιστώ με το παραδοσιακό χρώμα τους. Από τα φοιτητικά μου χρόνια ασχολήθηκα συστηματικά με τη συγκέντρωση και καταγραφή από διάφορα μέρη της Ηπείρου. Φοίτησα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στη Φιλοσοφική Σχολή. Στο μάθημα της Λαογραφίας είχα καθηγητή τον Γεώργιο Μέγα, μια σπουδαία προσωπικότητα του χώρου. Δόθηκε, μάλιστα, η ευκαιρία να με ακούσει κι o Ελβετός λαογράφος Samuel Baud-Bovy, με αποτέλεσμα να με στείλουν στη ραδιοφωνία, όπου ηχογράφησα πολλά τραγούδια και στη συνέχεια τον πρώτο μου δίσκο, την Ασημούλα. Ήταν η περίοδος 1958-59. Από τότε έχω κυκλοφορήσει περισσότερα από 300 τραγούδια, έχω κάνει δημοσίευση λαογραφικού και παιδαγωγικού περιεχομένου σε εφημερίδες, περιοδικά, στην Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό, όπου υπηρέτησα ως καθηγητής επί σειρά ετών, και στο πλαίσιο της διαπολιτιστικής ανταλλαγής επισκέφτηκα Αλβανία, Ρωσία, Φινλανδία, Ινδία, Σουηδία, Αυστραλία, Καναδά, ΗΠΑ».

Ο λόγος του ποιητικός αλλά συγκεκριμένος, εξηγεί τις αξίες που μπόλιασαν τους εκπροσώπους της παραδοσιακής μουσικής.
«Όταν λέμε εκδηλώσεις, εκείνο τον καιρό, αυτές περιορίζονταν σε βαφτίσια, γάμους και πανηγύρια. Δεν είχαμε συναυλίες, όπως αργότερα, οπότε και πραγματοποίησα πάμπολλες ανά τον κόσμο και την Ελλάδα. Τέσσερεις ή πέντε φορές έχω φιλοξενηθεί και στον Λυκαβηττό. Ο κόσμος γέμιζε αυτούς τους χώρους, γιατί διψούσε γι’ αυτή τη μουσική. Πρέπει να αναφέρω ότι ως επί το πλείστον είχα δίπλα μου μεγάλα ονόματα της δημοτικής μουσικής και πρώτον από όλους τον μεγάλο μου δάσκαλο, Αναστάσιο (Τάσο) Χαλκιά, με τον οποίο έχω ηχογραφήσει και τα περισσότερα τραγούδια μου. Από περιπλάνηση που έκανε κι ο ίδιος από χωριό σε χωριό είχε διαπιστώσει το εύρος της παραδοσιακής μουσικής και είχε στενή επαφή μαζί της. Ανταμώσαμε το ’52 ή το ’53 στη Σέλλιανη. Εκεί με άκουσε και είπε ότι τον ενδιαφέρω. Έτσι πήγα κοντά του και αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε σε τραγούδια, στη δισκογραφία και τις συναυλίες. Μάλιστα, αναλάμβανα ο ίδιος την οργάνωση των συναυλιών και συγκέντρωνα το καλύτερο καλλιτεχνικό δυναμικό που διέθετε η Ήπειρος, όπως ήταν ο Αλέκος Κιτσάκης, ο μακαρίτης Δημήτρης Βάγιας, με τον οποίο συνεργάστηκα επί διετίας και στο μαγαζί του, το Ηπειρώτικο Σαλόνι, στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης της Αθήνας».

Τα πρώτα τραγούδια και η ιστορία της Ασημούλας…
«Η Ασημούλα είναι ένα από τα πρώτα τραγούδια που κατέγραψα στη δισκογραφία. Το είχα ακούσει στο χωριό μου. Λέει το τραγούδι «Ήρθ’ η ώρα γι’ άρμεγμα, ώρα για τη στρούγκα, πάρε Ασήμω τ’ άλογο». Είναι ποιμενικό της περιοχής του χωριού μου και το άκουσα από μεγάλης ηλικίας κύριο, όταν ήμουν μικρός, ο οποίος μου είπε τους στίχους και το μέλος του τραγουδιού. Είναι ένα ιδιαίτερο τραγούδι για την περιοχή, αλλά και γενικότερα, γιατί η μουσική του είναι πρωτότυπη. Μεταφέρθηκε αυτούσια. Φαίνεται πως είναι πολύ παλιό, από την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αφού η συνέχεια της Ασημούλας είναι Ο Νάσος-Νασιούλης. Και τα δύο αυτά τραγούδια μιλάνε καθαρά για τα ήθη της εποχής της Τουρκοκρατίας. Ο Νασούλης βίασε την Ασημούλα -σύμφωνα με την περιγραφή των τραγουδιών- χωρίς να γνωρίζει ότι είναι αδερφή του. Όταν ύστερα κατάλαβε ότι έκανε αιμομιξία αυτοκτόνησε. Είναι ένα δείγμα τιμιότητας. Είναι πραγματική ιστορία».

Το τραγούδι ως επάγγελμα και η αυθεντικότητα…
«Στο ξεκίνημά μας, εδώ στην Αθήνα, δουλεύαμε καθημερινά μαζί με τον Βάγια στο Ηπειρώτικο Σαλόνι. Αρκετά αργότερα, οι μέρες μειώθηκαν σε τρεις και δύο. Παλιά το ενδιαφέρον του κόσμου ήταν πάρα πολύ μεγάλο. Ο κόσμος τότε δεν ήθελε να ακούει το νεοδημοτικό, αλλά το ατόφιο παραδοσιακό. Δυστυχώς, αυτά τα τραγούδια αργότερα, τα νεοδημοτικά, άλλαξαν την πορεία του δημοτικού τραγουδιού. Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι υπάρχει διαχωρισμός. Το γνήσιο παραδοσιακό τραγούδι φαίνεται από την ποιότητα στη μουσική και τον στίχο. Αντίθετα, το είδος που προέκυψε μεταγενέστερα διακρίνεται από το χαμηλότερης στάθμης αποτέλεσμα. Έχει επικρατήσει όμως, πλέον, και στην τηλεόραση. Είναι τραγική αυτή η εξέλιξη. Θα πρέπει η πολιτεία να ενδιαφερθεί ώστε να μπορέσουμε να κρατήσουμε τα ήθη και τα έθιμα. Η παράδοση δεν είναι κάτι στατικό. Μεταβάλλεται κι αλλάζει. Ο λαός διατηρεί αυτό που τον εκφράζει κι απορρίπτει αυτό που αντιλαμβάνεται ως περιττό. Ξέρει από μόνος του ο λαός να κάνει αυτόν τον διαχωρισμό. Για να κρατήσουμε ανόθευτο κι αλώβητο το δημοτικό τραγούδι δεν θα πρέπει να πειράξουμε τον στίχο. Ο στίχος αυτής της μουσικής βρίσκεται στην κορυφή κάθε ανθρώπινης εκδήλωσης. Το δημοτικό τραγούδι ξεχωρίζει από τον καλοφτιαγμένο στίχο, την καλοδεμένη φράση, τον πλούτο των λέξεων και των εικόνων, αλλά και από το βαθύ, αγνό κι αλώβητο αίσθημα, την παραδοσιακή πνοή. Ο στίχος του παραδοσιακού τραγουδιού είναι κοντά στο φυσικό στοιχείο».

Μήπως, όμως, λαογραφικοί φορείς και ιδρύματα αντιμετωπίζουν το δημοτικό τραγούδι φιλολογικά και του στερούν τη δυνατότητα να είναι σύγχρονο και να μεταδίδεται πιο εύκολα;
«Από τους λαογράφους, τόσο ο Μέγας όσο και άλλοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση του δημοτικού τραγουδιού. Δεν νομίζω ότι το αντιμετώπισαν μουσειακά. Είχα καθηγητή τον Γεώργιο Μέγα και μου έλεγε “με τον τρόπο που άκουσες τα τραγούδια από τους μεγαλύτερους, έτσι να τα μεταδίδεις, χωρίς παραλλαγές και αλλοιώσεις”. Άρα, δεν το έβλεπαν μουσειακά. Οι νεότεροι τραγουδιστές προσπαθούν να βάλουν καινούργια στοιχεία, αλλά ας πάρουμε ένα τραγούδι, π.χ. τους Κλέφτες. Τι μπορεί κανείς να βάλει καινούργιο και διαφορετικό από την εκδοχή του Φώτη Χαλκιά; Ρεαλιστικά δεν γίνεται. Μπορούμε ίσως να βάλουμε πιο πολλά όργανα. Αυτό, ναι».

Για τα ηλεκτρικά όργανα σε παραδοσιακές ορχήστρες;
«Ο βιογράφος του Αλή Πασά, ο Πουκεβίλ, αναφέρει ότι μια μέρα έκανε μια βόλτα έξω από τα Γιάννενα προς τη Ζίτσα. Εκεί ήταν μια παρέα που γλένταγε. Πλησίασε και είδε τη λαϊκή ζυγιά, που αποτελείτο από βιολί, λαούτο και ντέφι. Το κλαρίνο είναι δυτικό όργανο• ήρθε στην Ελλάδα το 1845. Αργότερα, όταν η μάζωξη του κόσμου στα πανηγύρια ήταν πολύ μεγαλύτερη μπήκε στα παραδοσιακά σχήματα η ηλεκτρική κιθάρα. Διότι το λαούτο δεν μπορεί να ικανοποιήσει όταν συγκεντρώνονται τέσσερεις ή πέντε χιλιάδες κόσμου. Η ηλεκτρική κιθάρα -μαζί με τα ηχητικά- είναι απαραίτητη σ’ αυτές τις συνθήκες για να δώσει τον χρόνο και τη μπότα στον πρωτοχορευτή. Έτσι είχαμε αυτή τη μετεξέλιξη. Υπάρχει αλλοίωση της λαϊκής ζυγιάς, αλλά δεν γίνεται και διαφορετικά, αφού το λαούτο δεν μπορεί να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες όταν οι ηχητικές απαιτήσεις είναι τόσο μεγάλες».

Ο δάσκαλος στην εκπαίδευση και την παραδοσιακή μουσική.
«Ως εκπαιδευτικός στα διάφορά γυμνάσια στα οποία έχω υπηρετήσει, από την Κωνσταντινούπολη και τα Ιεροσόλυμα, το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια, στη Βεγγάζη, στο Μαρόκο, στο Σουδάν, προσπαθούσα να μεταδώσω στους μαθητές αυτή τη γνώση του δημοτικού τραγουδιού. Τα παιδιά της ξενιτειάς αγαπούσαν αυτά τα τραγούδια ίσως περισσότερο από τους Έλληνες που ζουν εδώ. Επειδή τους λείπει η πατρίδα βλέπουν έναν τρόπο μέσω του τραγουδιού να ενσωματωθούν και να είναι κοντά στην Ελλάδα. Τους έκαμνε εντύπωση όταν τραγουδούσα και έφτιαξα και πολλά χορευτικά συγκροτήματα στις χώρες όπου υπηρέτησα».

Κλαρίνο-βιολί, η… προαιώνια μάχη.
«Υπάρχει ο κίνδυνος όχι να χαθεί το βιολί από τις κομπανίες, αλλά το λαούτο, το οποίο είναι ένα αρμονικότατο, πολύ ωραίο όργανο. Στα ηπειρώτικα συγκροτήματα, από ό,τι έχω διαπιστώσει, δύσκολα συνεργάζεται το κλαρίνο με το βιολί. Υπάρχουν μερικοί κλαρινίστες που δεν θέλουν καθόλου το βιολί, γιατί φοβούνται μήπως τους πάρει την πρωτοκαθεδρία και κλέψει την παράσταση. Αυτό δεν συμβαίνει σε όλα τα συγκροτήματα. Η λαϊκή ζυγιά στην Ήπειρο είναι το κλαρίνο, το βιολί και το ντέφι. Δεν αλλάζει αυτό. Εκεί θα πρέπει να μείνουμε. Η παράδοση μεταβάλλεται, μπορούν να μπουν όργανα για να γεμίσει ο ήχος. Πάντως, το λαούτο πρέπει να το διατηρήσουμε ως παραδοσιακό όργανο, και είναι καλό το βιολί να συνεργάζεται με το κλαρίνο. Το βιολί ήταν το κυρίαρχο όργανο, αλλά από το 1845 που ήρθε στην Ελλάδα το κλαρίνο αυτό άλλαξε, τουλάχιστον στην Ήπειρο. Προσωπικά, θέλω να ακούω και τα δύο όργανα μαζί. Το βιολί ήταν ο «βασιλιάς» των λαϊκών οργάνων, το κλαρίνο ήρθε και κυριάρχησε αργότερα, αλλά η συγχορδία τους είναι το καλύτερο».

Η γενιά της δισκογραφίας.
«Εμείς ξεκινήσαμε με την Columbia, όπου πηγαίναμε και μας αντιμετώπιζαν με ευλάβεια. Ήταν τότε υπεύθυνοι ο Λαμπρόπουλος και ο Μηλιόπουλος. Μας άκουγαν με μεγάλη προσοχή, τραγουδιστή και μουσικούς. Δεν μας αποθάρρυναν, και είχε μεγάλη σημασία, γιατί ήμασταν παιδιά φοβισμένα που είχαμ’ έρθει από το χωριό στη μεγάλη πόλη για να γράψουμε έναν δίσκο. Θυμάμαι ότι εισπράξαμε αγάπη και κατανόηση. Έτσι, δώσαμε τον καλύτερο εαυτό μας για να μείνει όλο αυτό το υλικό σήμερα. Παίζαμε όλοι μαζί και αν έκανε ένα λάθος κάποιο όργανο, τότε αναγκαστικά ξαναγράφαμε πάλι το κομμάτι. Δεν ξεφεύγαμε ούτε ως προς τον ρυθμό ούτε ως προς τον χρόνο. Γράφαμε πάνω στο κερί… Τώρα είναι όλα πιο εύκολα».

Οι μεγάλοι μουσικοί.
«Μεγάλοι μουσικοί στο κλαρίνο ήταν ο Βασίλης Μπατζής, ο Τάσος Χαλκιάς, ο Μάκης Βασιλειάδης, ο Ναπολέων Ζούμπας, ο Ναπολέων Δάμος, ο Σταύρος και ο Γρηγόρης Καψάλης. Από τους τραγουδιστές που θυμάμαι ξεχωρίζουν ο Τάκης Καρναβάς, ο Δημήτρης Ζάχος, ο Αλέκος Κιτσάκης, ο Γιώρος Κούρτης, ο Δημήτρης Βάγιας, ο Σάββας Σιάτρας, ο Κώστας Τζήμας, ο Χρόνης Αηδονίδης, ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης, ο Χρύσανθος, και ο Καλιοτζίδης από τον Πόντο. Με όλους τους παραπάνω έχω κατά καιρούς συνεργαστεί. Θα μπορούσα να πω ότι εκτός από τα δικά μας, τα ηπειρώτικα, τραγούδια, μου αρέσουν πολύ τα θρακιώτικα, τα οποία έχουν μια ιδιαιτερότητα ως προς το μέλος».

Στην Ινδία…
«Μια ξεχωριστή ανάμνηση για ’μένα είναι ένα ταξίδι στην Ινδία, που κάναμε μαζί με τον Κώστα Μουντάκη. Μεγάλος μουσικός, με σημαντική προσφορά στην κρητική μουσική, αλλά και δάσκαλος στην κρητική λύρα. Ήταν το 1985, όταν κάναμε το συγκεκριμένο ταξίδι, για μια διακρατική πολιτισμική ανταλλαγή. Πήγαμε σε Βομβάη, Καλκούτα και Νέο Δελχί. Κατέβηκαν από τα Ιμαλάια Ινδοί μουσικοί με σιτάρ και εμείς είχαμε μαζί μας έναν κλαρινίστα Θεσσαλό, τον Κυριάκο Κωστούλα, και το καλύτερο ντέφι της Ελλάδας, τον Μάνθο Σταυρόπουλο. Ήταν εντυπωσιακό το πόσα χτυπήματα έκανε ανά λεπτό. Είχε μια ταχυδακτυλουργία κι ένα ειδικό παίξιμο. Αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση και στους Ινδούς μουσικούς. Εγώ είπα ένα γαμήλιο τραγούδι, το Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια, και τους άρεσε πολύ, γιατί το είχαν σαν μελωδία στη δισκοθήκη τους. Είναι ήχος πλάγιος δεύτερος• βυζαντινή μελωδία. Ένα τραγούδι που ακούγεται από τη Θράκη μέχρι την Κρήτη, αλλά με διαφορετικό μέλος. Βρήκαμε κι άλλες συγγένειες με τους Ινδούς, κυρίως στο πεντατονικό σύστημα».